Σελίδες

11.1.19

Ήταν δυό φίλοι...


Μαθητής του Δημοτικού, γνώρισα ένα καινούργιο φίλο στη γειτονιά, συνομήλικο πάνω κάτω, μοναχοπαίδι μιας οικογένειας που ζούσε στη διπλανή πολυκατοικία.
Δεν θυμάμαι το όνομά του ούτε τα χαρακτηριστικά του. Το μόνο που συγκράτησα, ήταν το ταμπελάκι στο κουδούνι της εισόδου: «Γαληνός Γαληνός, 2ος όροφος». Κάτι τέτοια περίεργα, παραμένουν ανεξίτηλα στην παιδική μνήμη.
Είχα τότε ένα κόκκινο αυτοκινητάκι με πετάλια, και παλεύαμε να εξαντλήσουμε τις αντοχές του, στο κατηφορικό πεζοδρόμιο της Λασκάρεως. Δύο εκκολαπτόμενοι ραλίστες σε μια πίστα που μας φαινόταν τεράστια σαν του Λε Μαν, αλλά περισσότερο καταστροφική, αν κρίνουμε απ τη θλιβερή κατάληξη του αγωνιστικού μου.
Ωστόσο, αυτό το διαλυμένο αυτοκινητάκι μας ένωσε περισσότερο στην τελευταία διαδρομή του, που είχαμε την έμπνευση να στριμωχτούμε και δυο απάνω. Σαν από θαύμα γλυτώσαμε τα κεφάλια μας στα κάγκελα που το σφηνώσαμε όταν μας πήρε ανεξέλεγκτα η κατρακύλα. Το κρατήσαμε σαν ιερό μυστικό απ τους γονείς μας, μη μας τις βρέξουν επειδή δε σκοτωθήκαμε!
Μεσολάβησαν και κάτι μακροχρόνιες απεργίες των εκπαιδευτικών, ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα, παίζοντας απ το πρωί μέχρι το βράδυ, άλλοτε στο δρόμο και άλλοτε στο σπίτι του ενός ή του άλλου.
Οι γονείς μου συμπαθούσαν τον καινούργιο μου φίλο γιατί ήταν ένα συνεσταλμένο παιδί με καλούς τρόπους, και τον καλοδεχόντουσαν όταν ερχόταν σπίτι. Το ίδιο κι εμένα οι δικοί του, όταν ανταπέδιδα τις επισκέψεις. Ήταν μια φιλόξενη οικογένεια από τη Μυτιλήνη, που μοιραζόταν τη χαρά του μέχρι πρότινος μοναχικού παιδιού τους, δίπλα στον καινούργιο του φίλο.
Συγκατοικούσαν με τον παππού, όπως συνήθιζαν παλιά οι οικογένειες να προστατεύουν τους γηραιούς γονείς τους. Το φαινόμενο της εγκατάλειψης ήρθε λίγο αργότερα.
Ήταν ένας άνθρωπος λεπτός, ψηλός, με λευκά κατσαρά μαλλιά και φορούσε γυαλιά με χοντρούς φακούς και σκούρο σκελετό. Το μόνο πρόσωπο από το σπίτι που συγκράτησα αμυδρά, γιατί πρώτος με καλωσόριζε, και πάντα μου μιλούσε με μια ειλικρινή ευγένεια, σα να ήμουν κι εγώ μεγάλος.
Μου χάριζε χαρτόδετα βιβλία με αφιέρωση στο εσώφυλλο, που δυστυχώς δεν άνοιξα ποτέ, γιατί είχαν μόνο γράμματα. Ούτε ένα σκιτσάκι που και που όπως ο «Μικρός ήρωας», ούτε χρωματιστές εικόνες σαν τα «Κλασσικά εικονογραφημένα» και τα «Μίκι μάους».

Θα περνούσαν πολλά χρόνια, σε μια άλλη γειτονιά, μέχρι ν αρχίσω να διαβάζω, και ν αγαπήσω το βιβλίο. Ξένα μυθιστορήματα στην αρχή όπως συμβαίνει σε όλους, μέχρι που ανακάλυψα τον Ελληνικό θησαυρό!
Περπάτησα μαγεμένος στα Ρόδινα Ακρογιάλια, και είδα με δέος τον ήλιο να βυθίζεται στον ορίζοντα. Συμπορεύτηκα με τους φτωχούς του παπά Φώτη στα κακοτράχαλα μονοπάτια της Σαρακίναςς. Μέθυσα στα γλέντια του καπετάν Μιχάλη, τσουγκρίζοντας ρακοπότηρα με τον Μπερτόδουλο και το Φουρόγαλο. Μέτρησα τ αστέρια ένα προς ένα, κι όταν μπερδευόμουν, φώναζα τον Μέλιο να με βοηθήσει.
Αμέτρητα ταξίδια, περιπέτειες και ηρωισμοί!
Μέχρι που συνάντησα τη Σμαραγδή, το μεγάλο δισδιάστατο έρωτα της ζωής μου, σε ένα μικρό ασβεστωμένο εκκλησάκι πάνω στη θάλασσα. Την Παναγιά τη Γοργόνα.
Πρώτη φορά συγκλονίστηκα, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, που δεν ήθελα να τελειώσει. όπως όλα τα ωραία που μας συμβαίνουν. Πως καταφέρνει ο συγγραφέας του αναρωτιόμουν, να μεταφέρει την ψυχή του σ ένα πακέτο λευκό χαρτί, πως μετουσιώνει το δάκρυ και το αίμα του σε μαύρο τυπογραφικό μελάνι;
Κοίταζα ξανά και ξανά τη φωτογραφία του στο οπισθόφυλλο, που κάτι μου θύμιζε, μέχρι να τον αναγνωρίσω!
Είδα κι άλλα πολλά που δεν συνέλαβε ο άψυχος φωτογραφικός φακός. Το πρώτο μας σπίτι στην οδό Λασκάρεως, το στραπατσαρισμένο αυτοκινητάκι μου, το κουδούνι με το παράξενο ονοματεπώνυμο. Μέσα μου ξύπνησαν ήχοι, μυρωδιές και χρώματα, πέρα για πέρα ξεχασμένα, ναρκωμένα στα άδυτα του υποσυνείδητου.
Και κάπου εκεί στο βάθος, θαμπό λες πίσω απ την κουρτίνα του χρόνου, είδα ολοζώντανο τον ανώνυμο εγγονό του να μου κουνάει το χέρι, σα να με καλεί ή να με αποχαιρετάει.
Τον παλιό μου φίλο...

5.1.19

ΝΕΟΝΤΕΞ ΕΠΕ


Υπήρξα και επιχειρηματίας σε κάποιο στάδιο της ζωής μου. Ένας από τους τέσσερεις συνεταίρους μιας τετραμελούς εταιρίας, που λόγω έλλειψης περεταίρω προσωπικού, διοικούσαμε ο ένας τον άλλο.
Ειδικότης μας οι μεταλλικές κατασκευές, με μια πλούσια γκάμα δραστηριοτήτων, από απλά ράφια Ντέξιον σε αποθήκες, μέχρι στέγες, πατάρια και υπόστεγα.
Με έδρα ένα ημιυπόγειο στην Αργυρούπολη, υποδεχόμαστε τους πελάτες πίσω από τα τέσσερα πολυτελή γραφεία μας, εντυπωσιάζοντας τους με τις υπερκατασκευές των έργων μας που στόλιζαν τους τοίχους. Μεγεθυμένες φωτοτυπίες από ξένα τεχνικά περιοδικά, κολλημένες σε νοβοπάν.
Δεν κοροϊδεύαμε τον κόσμο, τις περισσότερες φορές άλλωστε μέσα μπαίναμε, αλλά έπρεπε να κάνουμε μια δυναμική είσοδο στην πιάτσα. Ένας λόγος που φτιάξαμε πρώτα τα προσπέκτους με τα επιτεύγματά μας, και μετά τη σύσταση της εταιρίας.
Είχαμε επινοήσει και άλλες μεθόδους εντυπωσιασμού ενός υποψήφιου πελάτη. Τα συνεχή τηλέφωνα λόγου χάριν που έκανε ένας από μας από το περίπτερο, διακόπτοντας κάθε λίγο τη διαπραγμάτευση.
- Ναι κύριε Χατζημηνά. Σας στείλαμε τρείς νταλίκες με τα υλικά το πρωί.
- Τα 5 πρώτα υπόστεγα είναι έτοιμα κύριε Χατζησάββα. Μπορείτε να τα παραλάβετε. (Πάντα βάζαμε το Χατζή μπροστά, γιατί πουλούσε).
Κάτι τέτοια κομπλάρανε τον πελάτη απέναντι. «Ρε τι είναι τούτοι;» σκεφτόταν, και αισθανόταν και λιγάκι κόμπλεξ για την πέργολα που παζάρευε στην Πετρούπολη.
Εμείς το διασκεδάζαμε, χωρίς να ξεχνάμε και το γνώθι σε αυτόν, αφού σε λίγο από σοβαροί επιχειρηματίες, θα μεταμορφωνόμαστε σε σιδεράδες, αλουμινάδες, τζαμάδες κι ένα σωρό ειδικότητες, που βασικά δεν είχαμε ιδέα.
Είχαμε όμως το νεανικό ενθουσιασμό, το μεράκι και το θράσος ν αναλαμβάνουμε τα πάντα, και μ ένα μαγικό τρόπο να τα υλοποιούμε. Τι να το κάνεις όμως! Αν εξαιρέσουμε τα καθημερινά μας μικροέξοδα, δεν μπορούσαμε να σταυρώσουμε δεκάρα. Μοιραία λοιπόν κάποια στιγμή χωρίσαμε τους δρόμους μας, όχι όμως και τις καρδιές μας
Μας έδεναν οι περιπέτειες και ευτράπελα που ζήσαμε, και όταν συναντιόμαστε καμιά φορά τα αναπολούμε με τρυφερή νοσταλγία. Σαν τους παλιούς φαντάρους που ξανασμίγουν και θυμούνται ιστορίες από το στρατό.

Όπως το ταξίδι στη Μυτιλήνη με τον Αχιλλέα, ένα εκ των συνεταίρων, για να υπογράψουμε την ανάθεση σιδηροσκεπών σε μια υπό κατασκευή χοιροτροφική μονάδα στην Καλλονή.
Θα το έπαιζα εγώ αφεντικό, γι αυτό φόρεσα το ξεχασμένο από χρόνια κουστούμι μου, ένα γκρι τουίντ με μεταξωτή γραβάτα και ρολόι καδένα στο τσεπάκι του γιλέκου. Κρατούσα και μια μεγάλη samsonite με το συμβόλαιο, ένα μπλοκάκι σημειώσεων, 5-6 στυλό, το κομπιουτεράκι μου, κι ένα σώβρακο, μη χεστώ στο ταξίδι.
Το κακό ξεκίνησε στο Ελληνικό, με το που μπήκαμε στο αεροπλάνο. Σκύβοντας για να καθίσω στη χαμηλή θέση μου ακούστηκε ένα χρατς και η πίσω ραφή του παντελονιού μου ξηλώθηκε απ τον καβάλο μέχρι τη ζώνη.  
Ούτε που πρόσεξα πότε απογειωθήκαμε και πότε προσγειωθήκαμε. Το μυαλό μου ήταν μονίμως στον κώλο μου. Ξαναζούσα τον παιδικό εφιάλτη, να κυκλοφορώ με το βρακί ανάμεσα στο πλήθος. Μόνο που τώρα δεν ήταν όνειρο, κι ας βρισκόμουν στον ουρανό, μερικά χιλιόμετρα πάνω από το κρεβατάκι μου.
Κατεβαίνοντας στο αεροδρόμιο της Μυτιλήνης έδειχνα ύποπτος κρατώντας με ανεπιτυχή αδιαφορία την τσάντα πίσω μου, σα να τους έκρυβα κάτι. Απόρησα μάλιστα που κανένας αστυνόμος δεν μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Εγώ πάντως αν ήμουν στη θέση τους, θα με σταματούσα.
Ο Αχιλλέας εν το μεταξύ έτρεξε να νοικιάσει αυτοκίνητο και σε λίγα λεπτά διασχίζαμε αργά την πόλη, ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά ψιλικατζίδικο.
Με τα πολλά βρήκαμε ένα, και προμηθευτήκαμε κλωστές, βελόνες και μια δαχτυλήθρα. Το νέο μας πρόβλημα ήταν πως ράβεται ένα παντελόνι, και το χειρότερο, που θα βρούμε μέρος να το ράψουμε.
Αφήσαμε το τεχνικό θέμα για την ώρα του, και επικεντρωθήκαμε στην ανεύρεση κάποιας ερημιάς, μακριά απ τα μάτια του κόσμου. Λίγο μετά τα τελευταία σπίτια άρχισαν τα χωράφια, και ο Αχιλλέας έστριψε σε ένα παράδρομο που κατέληγε σε ένα μεγάλο ξέφωτο με πεύκα και θάμνους.
Μέσα στο αυτοκίνητο προσπάθησα να βγάλω το παντελόνι, αλλά σε κάθε κίνηση ακολουθούσε ένα νέο χρατς, επεκτείνοντας το ξήλωμα και την κρίση του πανικού μου. Καθόμουν εκεί, με τα βρακιά κατεβασμένα, ανίκανος για οτιδήποτε. Ούτε να περάσω την κλωστή στη βελόνα. Με το τρέμουλο που είχα, από θαύμα δεν έβγαλα κάνα μάτι!
Ο Αχιλλέας με την ψυχραιμία που αποκτά ο άνθρωπος, όταν όλα τα δεινά συμβαίνουν στον διπλανό του, έσκυψε και ανέλαβε πρωτοβουλία. Άγαρμπα στην αρχή, μέχρι να πάρει το κολάι, σιγά-σιγά άρχισε να ενώνει τη ραφή, τελειοποιώντας βαθμηδόν την σταυροβελονιά του.
Κι εκεί που όλα πήγαιναν καλά και τόλμησα ν αναρωτηθώ τι άλλο θα μπορούσε να μου συμβεί, ο τόπος σείστηκε από μαρσαρίσματα μηχανών, πολεμικές αλαλαγές, και εκρήξεις. Άρματα μάχης ξεπρόβαλαν από τα 4 σημεία του ορίζοντα, ανάμεσα σε οπλισμένους φαντάρους, που έτρεχαν αλαφιασμένοι, βαμμένοι στα χρώματα της παραλλαγής.
Μια στρατιωτική άσκηση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, και μας βρήκε εκεί, μέσα στο νοικιασμένο αυτοκινητάκι, εμένα με κατεβασμένα τα βρακιά, και τον Αχιλλέα σκυμμένο μέσα στα ανοιχτά πόδια μου!
Τι θα μπορούσαμε να τους πούμε; «Δεν είναι αυτό που νομίζετε;», «Αφήστε μας να σας εξηγήσουμε;» Το μόνο που θυμάμαι ήταν η όπισθεν με φουλ τα γκάζια του Αχιλλέα, και κάτι ερπύστριες που στρίγγλιζαν, έτοιμες να μας συνθλίψουν.
Η μεγαλειώδης οπισθοχώρηση των δυο αδερφάδων, εν μέσω κανονιοβολισμών και κραξιμάτων. Η χαρά του φαντάρου για το ανέλπιστο χάπενινγκ στη ρουτίνα της άσκησης! 

Ποτέ μου δεν ένοιωσα τόση ντροπή. Το αίμα είχε παγώσει στις φλέβες μου, αν μου είχε μείνει δηλαδή καμιά σταγόνα και δεν με εγκατέλειψε κι αυτό, παρέα με την αξιοπρέπειά μου. Μέχρι αν θα μπορούσα να ξαναπάω με γυναίκα αναρωτιόμουν, αν θα μου ξανασηκωνόταν ποτέ, μετά απ αυτό το ρεζιλίκι.
Το μόνο που με παρηγορούσε, ήταν πως ο συνεταίρος μου θα ένοιωθε χειρότερα. Στο φινάλε, εγώ ήμουν από πάνω.
Βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο, και μια ώρα σχεδόν που κράτησε η διαδρομή μέχρι την Καλλονή δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Ούτε το ξανασυζητήσαμε ποτέ. Λες και η μνήμη μας το διέγραψε ως μη γενόμενο, όπως θα έλεγαν οι σεξοψυχίατροι.


26.12.18

Υπάρχει ο Άγιος Βασίλης;



Πλησιάζει, να μη πω έφτασε η ώρα της αμφισβήτησης του Άγιου Βασίλη. Χθες μόλις, μιλώντας με την κόρη μου για τα Χριστούγεννα που έρχονται, μου έδωσε να καταλάβω πως μπαίνουμε σ αυτή τη άχαρη φάση, της ταξινόμησης των ονείρων μας σε αληθινά και μη:
«Μπαμπά, τα Χριστούγεννα θα ζητήσω από τον Άγιο Βασίλη ή μάλλον από εσένα, να μου πάρεις...»
Ήλθε η στιγμή της αλήθειας. Σίγουρα οι περισσότεροι γονείς στον κόσμο θα χαμογελούσαν, ίσως να ήταν και χαρούμενοι βλέποντας το παιδί τους να ωριμάζει ξεπερνώντας τον μύθο, ανοίγοντας επιτέλους την πόρτα στην πραγματικότητα.
Έλα όμως που εγώ πιστεύω ακόμα στον Άγιο Βασίλη και δεν έχω ιδέα τι ακριβώς θα πρέπει να της εξηγήσω μέσα στις λίγες μέρες που απομένουν; Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει Αλήθεια, πόσο μάλλον αν εξυπηρετεί σε κάτι.
Για μένα τα Χριστούγεννα ήταν μια μυστική συμφωνία με τον αγαπημένο μου άγιο: Να αγοράζω εγώ τα δώρα και να της τα δίνω κρυφά για λογαριασμό του, εισπράττοντας σαν αντάλλαγμα την έκπληξη το δέος και τη χαρά της που του ανήκαν. Μια συνωμοσία αγάπης, που την περίμενα ανυπόμονα μια φορά τον χρόνο.
Τώρα τι να της πω; Πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης; Πως ήταν ψέματα αυτά που όλοι μας πιστέψαμε και αγαπήσαμε στην πιο τρυφερή φάση της ζωής μας; Για πιο λόγο άραγε το προνόμιο της αλήθειας να ανήκει αποκλειστικά στους μεγάλους; Γιατί να ξεχνάμε όταν μεγαλώνουμε; Γιατί να αρνούμαστε να πιστέψουμε αυτά που μας λένε πως βλέπουν τα παιδιά; Με ποια ηθική τους επιβάλουμε αυτά που βλέπουμε εμείς και νομίζουμε αληθινά, με βάση την κουρασμένη και υποταγμένη μας λογική;
Καλή μου, φαντάζεσαι έναν κόσμο που τα πολύχρωμα ζώα του δάσους να μην μιλούσαν ανθρώπινα, να μην ζούσαν τις περιπέτειες που βλέπεις στην τηλεόραση ή διαβάζεις στα παιδικά βιβλία; Φαντάζεσαι πως θα ήταν ο κόσμος αν η Μπάρμπι δεν ήταν η ολοζώντανη πιστή φιλενάδα της παιδικής σου ζωής, αλλά μια άψυχη πλαστική κούκλα;
Αν αφαιρούσαμε από τον κόσμο μας το χρώμα, τη φαντασία και το όνειρο, ξέρεις τι θα μας έμενε; Όλα τα υπόλοιπα που βλέπουμε κάθε βράδυ στις ειδήσεις: Οι μπούρδες των πολιτικών, οι πόλεμοι των στρατιωτικών και η μιζέρια όλων εμάς των υπόλοιπων μεγάλων.
Στο κάτω-κάτω, ο Άγιος Βασίλης είναι ο μόνος άγιος που μπορούμε να μιμηθούμε έστω για μια μέρα το χρόνο.

17.12.18

Ο Γιώργος ο Τσέμπεν


Ο Γιώργος ο Τσέμπεν, πριν συμπληρώσει ακόμα τα 25 του, είχε προλάβει να κάνει 2-3 χρόνια φυλακή. Τα πρώτα και τα τελευταία. 
Μην τον περάσετε για καμιά εγκληματική φυσιογνωμία, κάτι σουβενιρτζίδικα άνοιγε στο νεοφώτιστο τουριστικό Πόρο του 70, κι αφού κρατούσε τα φραγκοδίφραγκα για τον κόπο του, μοίραζε με αφέλεια τα μπιχλιμπίδια στους πιτσιρικάδες.
Κάτι σαν Ρομπέν των δασών σε νησιώτικη βερσιόν.
Το σώμα του γεμάτο τατουάζ. Όχι απ αυτά τα πολύχρωμα καλλιγραφικά που φορούν σήμερα γκόμενες και φλώροι στα πρωϊνάδικα, εδώ μιλάμε για τατού της φυλακής: Με στάχτες εφημερίδας λιωμένες στο νερό έφτιαχναν το φούμο, και μέσα του βουτούσαν δυό βελόνες δεμένες με σπάγκο τη μία δίπλα στην άλλη σα νύχια, στην άκρη ενός μολυβιού. Μ αυτό το αυτοσχέδιο εργαλείο κεντούσαν το δέρμα τους, μπήγοντας σε κάθε δίδυμη πληγή τον μέλανα πολτό της εφημερίδας. Διαδικασία χρονοβόρα και επώδυνη, που αποδείκνυε το αντριλίκι των φυλακισμένων.
Το αίμα έρεε άφθονο, πολλές φορές ξανάνοιγαν τις πληγές για ένα δεύτερο χέρι, και συνήθως ακολουθούσαν μολύνσεις από τα βρώμικα πανιά που τα τύλιγαν για να τα κρύψουν από τους φύλακες. Η πράξη θεωρείτο αυτοτραυματισμός, και η τιμωρία απομόνωση.
Θυμάμαι τον Τσέμπεν όταν μου έδειχνε καμαρωτός τα τατουάζ του, επεξηγώντας μου παράλληλα τον συμβολισμό τους, σύμφωνα με τους κώδικες της φυλακής.
- Αυτή εδώ η γλώσσα που την κόβει ένα στιλέτο, σημαίνει να μη μαρτυράς ποτέ όσα βλέπεις γύρω σου.
Η γλώσσα ήταν ένα μαύρο αμβλυγώνιο τρίγωνο, που λίγο πριν το μυτερό τέλος της μεσολαβούσε μια λεπίδα, που την έκοβε κάθετα. Υπήρχαν και κάτι ξέφτια στην άκρη της, που πιθανόν ο καλλιτέχνης να τα έβλεπε σαν αίμα που έσταζε.
- Αυτό είναι το δάκρυ της μάνας, για το φυλακισμένο της παιδί!
Μια υπερβολική σταγόνα κρεμόταν από ένα μάτι. Της μάνας του υποτίθεται, που τον στόλιζε κατάρες στα δικαστήρια.
- Το χελιδόνι πάνω απ την καρδιά μου, συμβολίζει την ελευθερία που κανείς δεν μπορεί να της στερήσει. Αυτά τα φύλλα είναι το σήμα της κάνναβης, κλπ κλπ.
Όλα χοντροκομμένα με την ίδια ναΐφ τεχνοτροπία, σα να τα φιλοτέχνησε ένας ασπρόμαυρος Θεόφιλος. Ενθύμια φιλίας και πόνου, θα μπορούσε να γράψει από κάτω.
Ο Τσέμπεν όσο κι αν δεν το ήθελε, έβγαζε από μόνος του μια εικόνα φυλακόβιου, που έδινε εσφαλμένη εντύπωση ειδικά στην μπατσαρία. Δεν ήταν μόνο τα τατού, που στο κάτω-κάτω τα έκρυβε επιμελώς από τα μάτια του κόσμου, όσο η αγριόφατσά του. Σπασμένη μύτη, φουσκωτά χείλη, ενωμένα φρύδια, σκέτη καρικατούρα μαφιόζου εκτελεστή. Όλα αυτά μαζί με την κακή φήμη του που ο καθένας μεγαλοποιούσε ανάλογα τις προσωπικές του φοβίες, τον είχαν ρίξει στο περιθώριο της μικρής, συντηρητικής νησιώτικης κοινωνίας.
Το κόστος ήταν αναμενόμενο για την ευαίσθητη ψυχή του. Φοβίες άρχισαν να τον καταπιέζουν με τον χρόνο, που συντηρούμενες από τους εφιάλτες της νιότης, μετουσιώθηκαν σε ανασφάλεια. Μία ανασφάλεια αυτοκαταστροφική, που τον απομόνωνε ακόμα περισσότερο στον εαυτό του.
Μόνιμα άφραγκος και συνειδητά άνεργος, ποτέ δεν γύρεψε βοήθεια από κανένα, ποτέ δε ζήτησε το λόγο ούτε τσακώθηκε για τους χλευασμούς και τις ειρωνείες μπροστά στα μούτρα του.
Τους αντιμετώπιζε με το ίδιο πλατύ χαμόγελο σα να συμφωνούσε, αποδεκατίζοντας τον ειρμό της χολής τους. Και η φάση τελείωνε εκεί, γιατί δεν είχε προσωπικούς εχθρούς, απλά ήταν διαφορετικός.
Ευτυχώς είχε και λίγους φίλους, ανάμεσα κι εγώ, που τον αγαπούσαμε και γράφαμε στα παλιά μας τα παπούτσια τους καλοθελητές. Είμαστε οι μοναδικοί κρίκοι που τον συνδέαμε με την κοινωνική, φυσιολογική ζωή. Μας ακολουθούσε σχεδόν παθητικά, χωρίς πρωτοβουλίες και διαφωνίες, προσφέροντας πάντα την ευχάριστη πλευρά του, σαν αντάλλαγμα της ευγνωμοσύνης του που τον καταδεχόμαστε στην παρέα μας.
Τις λίγες φορές που πρότεινε κάτι, συμπλήρωνε πάντα διστακτικά στο τέλος τη φράση «ή όχι;» σα να περίμενε υποσυνείδητα την απόρριψη.
- Θέλετε να πάμε για μπάνιο, ... ή όχι;
- Θέλετε να πάμε στο πανηγύρι της αγίας Ελεούσας, ... ή όχι;
Διασκεδάζοντας με τις ανασφάλειές του, τον δουλεύαμε καλοπροαίρετα.
- Όχι, δε θέλουμε, ... ή ναι;

Είχε όμως και ένα ταλέντο, που οι πάντες εκτιμούσαν αναμφίβολα. Ήταν το καλύτερο δεκάρι στον Τροιζηνιακό, την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα του Γαλατά, ένας αληθινός Δομάζος στη στρατηγική και στην ανάπτυξη του παιχνιδιού. Μόνος του μπορούσε να βάλει κάτω ολόκληρη ομάδα έλεγαν, συν τους αναπληρωματικούς.
Γι αυτό και κάθε Σάββατο απολάμβανε την περιποίηση και τα φαγοπότια των παραγόντων της ομάδας, που δεν τον άφηναν δευτερόλεπτο από κοντά τους. Όχι γιατί τον εκτιμούσαν εννοείται, αλλά επειδή δεν τον εμπιστεύονταν να τον αφήσουν μόνο, μήπως και τον διπλαρώσει κανένας αντίπαλος και τον δωροδοκήσει.
Τα μεσημέρια της Κυριακής γινόταν ο ήρωας του χωριού. Ήταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης του γηπέδου. Μοίραζε μπαλιές ακριβείας πάνω κάτω, χάριζε έτοιμα γκολ στους κυνηγούς, και οι φίλαθλοι χοροπηδούσαν ζητωκραυγάζοντας τ όνομά του.
Από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, τον είχαν χεσμένο.

Το μόνο που δεν μπορούσε να ξεπεράσει και του γέμιζε μαχαιριές στην ψυχή, ήταν το κυνηγητό της αστυνομίας, που δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Κάθε που άνοιγαν ένα μαγαζί, ακόμα και στην πιο ασήμαντη μικροκλοπή, ήταν ο πρώτος που κουβαλούσαν στο τμήμα για εξακρίβωση.
Τον κρατούσαν κάμποσες ώρες σ ένα κελί, τον μαύριζαν στο ξύλο με τη βοϊδόπουτσα και ανανέωναν το ραντεβού τους για την επόμενη φορά. Όχι πως δε γνώριζαν πως είχε ξεμπερδέψει από την παρανομία, αλλά γιατί αρνιόταν μ ένα μουλαρίσιο πείσμα να γίνει ρουφιάνος τους. 
Ποτέ τους δεν συγκινήθηκαν που μετά κλεινόταν για βδομάδες σπίτι του, θρηνώντας την σκοτωμένη του αξιοπρέπεια, ποτέ τους δεν κατάλαβαν, πως τα τιμούσε τα κεντητά παράσημα της φυλακής που κουβαλούσε στο στήθος του.

Ένα καλοκαίρι, μια παρέα Ιταλών φρικιών ξέπεσε στον Πόρο. Άφραγκοι όλοι, ορφανά παιδιά των λουλουδιών, κατασκήνωσαν σε μια ερημική παραλία, και άραξαν να πλατσουρίζουν νηστικοί στα βοτσαλάκια.
Όταν τους ανακάλυψε ο Τσέμπεν και τους πλησίασε, άνοιξε μια καινούργια σελίδα στη ζωή του. Ήταν οι πρώτοι που τον καταλάβαιναν, χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου.
Κι αυτός τους καταλάβαινε. Αμέσως έγιναν φίλοι και μετά χαράς αποδέχτηκε την πρόσκλησή τους να γίνει μέλος της παρέας. Έφερε και την κουβέρτα του κι ανέλαβε να τους ξεναγήσει όχι βέβαια στα αξιοθέατα του νησιού, αλλά στα απόμερα μποστάνια και τα φορτωμένα περιβόλια.
Καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα, αυγά απ τα κοτέτσια και άφθονο λάδι για τη σαλάτα, ευγενική προσφορά από τα εικονοστάσια του δρόμου.
Αν προσθέσουμε και κανά χταπόδι που και που, αχινούς και φρούτα της θάλασσας, μιλάμε για ονειρικές διακοπές, με ξάπλες, βουτιές, ηλιοθεραπεία, βραδιές με κιθάρες, άντε και κανένα τσιγαριλίκι να περιφέρεται κυκλικά από στόμα σε στόμα.
Εκεί πρέπει να γνώρισε και τον έρωτα της ζωής του. Κάποια περιθωριακή Ιταλίδα, σκαστή από την οικογένειά της, περιφερόμενη σαν φτερό στον άνεμο της χίπικης ελευθερίας.
Απόδειξη οι καινούργιες λέξεις του στυλ  Io sono inamorata una ragatsa που εμπλούτισαν το λεξιλόγιό του, όταν οι φίλοι του βαρέθηκαν και σήκωσαν πανιά, για το επόμενο αραξοβόλι.
Ο μόνος στόχος της ζωής του πλέον, ήταν να μαζέψει λεφτά, να πάει να τους συναντήσει αραχτούς σε κάποια piazza της Ιταλίας, να σμίξει με τη ragatsa του, και να ρίξει μια μούντζα πίσω.
Μέχρι και να δουλέψει σκέφτηκε, να υποστεί αυτή τη θυσία για τον ιερό σκοπό του. Μάταιος κόπος. Ένας που τον λυπήθηκε και τον πήρε στο κτήμα του για να του δώσει ένα μεροκάματο, μόλις που γλύτωσε το εγκεφαλικό: Βλέποντάς τον να παραπαίει από την εξάντληση πριν συμπληρωθεί το πρώτο μισάωρο εργασίας, είχε την έμπνευση να του αναθέσει το baby sitting του παιδιού του.
«Αφού είσαι που είσαι άχρηστος για δουλειά, κάτσε τουλάχιστον εδώ στη σκιά να προσέχεις το μικρό, για να μη μπλέκεται στα ποδάρια μας»! Απλά πράγματα.
Όταν μετά μια ώρα ξαναγύρισε να δει πως τα πάνε, ο Τσέμπεν κοιμόταν του καλού καιρού, και το μωρό έκανε πιρουέτες γύρω απ το ξέφραγο στόμιο του πηγαδιού.

Οι μικροκομπίνες ήταν σε ημερήσια διάταξη. Σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες ηθικής, οι πλούσιοι ήταν υποχρεωμένοι να βοηθούν τους φτωχούς, αφήνοντας κάπως αδιευκρίνιστα τα όρια μεταξύ πλούτου και φτώχειας.
Στα καράβια για παράδειγμα της γραμμής Πόρου – Πειραιά, ποτέ δεν πλήρωνε για να ταξιδέψει. Όταν ανακοίνωναν απ τα μεγάφωνα την έναρξη του ελέγχου των εισιτηρίων, στηνόταν μπροστά στις αντρικές τουαλέτες παρακολουθώντας τους πελάτες. Αν κάποιος καθυστερούσε χαρακτηριστικά να βγει, πράγμα που σημαίνει πως δεν μπήκε για κατούρημα, του χτυπούσε δυνατά την πόρτα.
- Παρακαλώ κύριε, έλεγχος εισιτηρίων!
- Μα δεν μπορείτε να περιμένετε λίγο; Βαρυγκωμούσε ο άλλος από μέσα.
- Δεν έπρεπε να φύγετε από τη θέση σας την ώρα του ελέγχου κύριε! Απαντούσε με υπηρεσιακή αυστηρότητα. Τέλος πάντων, ρίξτε το εισιτήριό σας κάτω από την πόρτα να το τσεκάρω.
Το έπαιρνε κι έφευγε.

Ένα απόγευμα έκανε βόλτα στο λιμάνι μασουλώντας πασατέμπο.
Μια σκηνή τράβηξε την προσοχή του, και κοντοστάθηκε στην προκυμαία να χαζέψει, φτύνοντας φλούδια στη θάλασσα.
Σ ένα δεμένο κότερο, ένας μαύρος υπηρέτης σέρβιρε ποτό στο αφεντικό του, που ξαπλωμένος αγέρωχα σε μια σεζ λογκ της πρύμης, έκανε δαχτυλίδια στον αέρα ξεφυσώντας τον καπνό του πούρου του.
Κάποια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Ο λεφτάς και ο μπατίρης παρά θιν΄ αλός.
- Κέρασε ένα ουίσκι και στα φτωχαδάκια ρε κάπταιν, του φώναξε γελώντας ο Τσέμπεν. Μόνος σου θα το πίνεις; Δε λέει!
Ο καπετάνιος, ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
- Ανέβα να σε κεράσω!
Άνθρωπος της πιάτσας κι αυτός, τέτοιους τύπους του λιμανιού τους έπαιζε στα δάχτυλα. Βασικός κανόνας ασφαλείας όταν αράζεις στο πουθενά, είναι τα πηγαίνεις καλά μαζί τους. Άμα τους σνομπάρεις, είναι ικανοί να σε τρατάρουν αυτοί με κανένα αναμμένο στουπί την ώρα που κοιμάσαι, και να στο κάνουν το σκάφος πυροτέχνημα. Έτσι για το ξενέρωμα.   
Μετά από λίγο, ο Τσέμπεν θρονιάστηκε απέναντί του μ ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Με το μόνιμο χαμόγελό του, θαύμαζε τα μαόνια και τους μπρούτζους γύρω του, κουδουνίζοντας τα παγάκια στο κρύσταλλο.
- Ωραία την περνάτε εσείς οι λεφτάδες, σχολίασε εντυπωσιασμένος. Με τις κοτεράρες σας, με τους αραπάδες σας και τα ουίσκια σας!
- Και στο τέλος έρχεστε εσείς, και μας τα τρώτε! Απάντησε δεικτικά ο κάπταιν, το παιδί της πιάτσας.
Κούνησε σκεπτικός το κεφάλι του, συμμεριζόμενος τα βάσανα των πλουσίων.
- Δε βαριέσαι, κι εμάς οι δικηγόροι τα τρωνε....

Πέρασαν κάμποσα χρόνια, κόντευε να φτάσει στα 40 του. Οι παλιοί παροπλίστηκαν ή πέθαναν, οι νέοι έβλεπαν με συμπάθεια τον Τσέμπεν, μπορεί και να τον θαύμαζαν κρυφά για την ανεμελιά και το ελεύθερο πνεύμα του. Ήταν και τα τατουάζ, που άρχισαν να γίνονται της μόδας.
Δυστυχώς, μόδα έγιναν και οι ληστείες. Και σ αυτή την τελευταία, βούιξε όλο το χωριό. Ο μόνος που δεν πήρε χαμπάρι ήταν αυτός, που την επίμαχη νύχτα κοιμόταν στο προσωπικό του γκέτο, χωρίς όνειρα, χωρίς μάρτυρες, χωρίς άλλοθι.  
Η αστυνομία εξαπόλυσε ανθρωποκυνηγητό, όπως θα έλεγαν στα σύγχρονα δελτία ειδήσεων. Καινούργιες περιπέτειες τον περίμεναν, καινούργια δράματα. Πόσο θα άντεχε ακόμα;

Τον πρόλαβαν να παλεύει να κρεμαστεί μ ένα χοντρό καλώδιο έξω από το εκκλησάκι της αγίας Άννας. Τρόπος του λέγειν δηλαδή τον πρόλαβαν, γιατί η έλλειψη οξυγόνου έκανε ζημιά στον ήδη πειραγμένο του εγκέφαλο.
Από τότε δε συνήλθε ποτέ. Πέρασε τα λίγα χρόνια που του απέμεναν σ ένα ίδρυμα κάπου στον Πειραιά, βυθισμένος στην κατάθλιψη, κυκλοφορώντας σαν ζόμπι ανάμεσα στα άλλα ζόμπι.
Όχι όμως σαν κι αυτά που βλέπουμε στις ταινίες τρόμου. Ήταν ειρηνικό και δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν.
Όπως τότε που ήταν ζωντανός. Ή όχι;